Lemma de la semaine

Χρήσεις-Φράσεις Ανάπτυξη

φρέσκος [fréskos], και -ια, -ο [συγκρ. φρεσκότερος, υπερθ. φρεσκότατος] (επ. (ΕI2.4) ).

1)

α.

(για τρόφιμο)

α1.

Που έχει συλλεγεί, παραχθεί, ετοιμαστεί, παρασκευαστεί κτλ. πρόσφατα και διατηρεί τα συστατικά του, τη γεύση του κτλ. αναλλοίωτα

(ΑΝΤ μπαγιάτικος)
Χρήσεις
φρέσκο ψωμί | φρέσκα αυγά |
Τα φρούτα/ λαχανικά διατηρούνται φρέσκα στο ψυγείο
Είναι φρέσκες οι τυρόπιτες ή τις έχεις από χτες;

φρέσκα ψάρια (= που έχουν αλιευθεί πρόσφατα και δεν έχουν αλλοιωθεί).
Τα ψάρια είναι φρεσκότατα, μυρίζουν θάλασσα

α2.

Που καταναλώνεται όπως συλλέγεται, παράγεται κτλ., χωρίς προσθήκη συντηρητικών ή άλλη επεξεργασία (όπως κατάψυξη, πάστωμα, παστερίωση, ξήρανση)

Χρήσεις
φρέσκος μπακαλιάρος (ΣΥΝ νωπός, ΑΝΤ αλίπαστος, κατεψυγμένος, παστός) | φρέσκα φασολάκια/ κρεμμύδια (ΑΝΤ ξερός) | φρέσκια ντομάτα· φρέσκα μανιτάρια (= όχι από κονσέρβα) | φρέσκα μυρωδικά | φρέσκος μαϊντανός/ δυόσμος | φρέσκια ρίγανη | φρέσκο γάλα | φρέσκο βούτυρο | φρέσκια μπίρα (= η μπίρα που δεν έχει υποστεί θερμική επεξεργασία, δηλαδή παστερίωση)

φρέσκα ζυμαρικά | φρέσκιες ταλιατέλες

(ΣΥΝ νωπός) φρέσκο κρέας/ ψάρι (ΑΝΤ κατεψυγμένος) | φρέσκη μυζήθρα (ΑΝΤ ξερός) |
Να προτιμάς τα φρέσκα φρούτα και όχι τις κονσέρβες

(συνεκδ.) (που παρασκευάζεται από φρέσκα υλικά) φρέσκοι χυμοί | φρέσκες σαλάτες

β.

(για αέρα, άνεμο)

Που είναι καθαρός, δροσερός και έρχεται με μια ένταση ευχάριστη που ανακουφίζει

Χρήσεις
φρέσκος αέρας

φρέσκος άνεμος (= εμπειρική ονομασία για έναν ευχάριστο άνεμο περίπου 5 μποφόρ) (ΣΥΝ φρεσκαδούρα)

γ.

(για υλικό)

Που διατηρεί την υγρή ή παχύρρευστη μορφή του, που δεν έχει στεγνώσει, στερεοποιηθεί κτλ. ακόμα

Χρήσεις
Η μπογιά είναι φρέσκια, πρόσεξε μην κολλήσεις!
Το τσιμέντο είναι φρέσκο, μην πατήσεις επάνω!

2)

α.

Που διαθέτει σφρίγος, ευεξία, που βρίσκεται σε σωματική ή και πνευματική, ψυχική ακμή κτλ.

Χρήσεις
Ενυδατική κρέμα για φρέσκια, γεμάτη ζωντάνια επιδερμίδα
(= δροσερή, νεανική)
Δες τι φρέσκο πρόσωπο έχει κι ας έχει να κοιμηθεί δύο μερόνυχτα!

Το πρωί το μυαλό του ανθρώπου είναι πιο φρέσκο

φρέσκος φρέσκος (= ξεκούραστος, αναζωογονημένος, ευδιάθετος κτλ.).
Ταλαιπωρήθηκε πολύ χτες, αλλά σήμερα ξύπνησε φρέσκος φρέσκος

β.

Που χαρακτηρίζεται από ανανεωτικά, πρωτοποριακά, προοδευτικά, καινοτόμα κτλ. στοιχεία

(ΣΥΝ καινούριος, νέος, ΑΝΤ παλαιός, παλιός)
Χρήσεις
Χρειαζόμαστε φρέσκες ιδέες/ αντιλήψεις/ προτάσεις

3)

α.

Που δημιουργήθηκε, έγινε, συνέβη κτλ. το τελευταίο διάστημα, πρόσφατα

(ΣΥΝ καινούριος, νέος, πρόσφατος)
Χρήσεις
Το φρέσκο χιόνι είναι πιο μαλακό, το άλλο έχει παγώσει
(= που έπεσε πρόσφατα)
Τα λουλούδια στο βάζο χρειάζονται φρέσκο νερό
Τα ίχνη ήταν φρέσκα ακόμη, άνετα μπορούσες να τα ακολουθήσεις
Αυτή είναι φρέσκια γρατσουνιά· χθες την έκανα με το ποδήλατο!
Κυρίες μου, ελάτε να αγοράσετε, έχω φρέσκο πράμα στα ράφια!

(για γεγονός, τραγούδι κτλ.)
Τα γεγονότα είναι φρέσκα, κανείς δεν έχει καταλάβει ακόμη το πώς και το γιατί έγιναν όσα έγιναν
Τραγούδησε παλιά τραγούδια αλλά και μερικές από τις πιο φρέσκες επιτυχίες του
Θα βρείτε όλες τις φρέσκες κυκλοφορίες σιντί και βιβλίων στο ισόγειο του καταστήματος
Ξέρεις κανένα φρέσκο ανέκδοτο;

β.

(ειδικότ.)

Που αναφέρεται σε πρόσφατο γεγονός, κατάσταση κτλ.

Χρήσεις
φρέσκιες ειδήσεις (ΑΝΤ μπαγιάτικος) |
Να καταγράψεις τα γεγονότα τώρα που οι εντυπώσεις/ μνήμες είναι φρέσκες ακόμα
(= νωπές)

4)

(για πρόσωπο)

Που βρίσκεται σε ορισμένο χώρο έχοντας έρθει πρόσφατα ή που φέρει ορισμένη ιδιότητα, ασκεί ορισμένη δραστηριότητα κτλ. εδώ και λίγο καιρό

(ΣΥΝ καινούριος, νέος, ΑΝΤ παλαιός, παλιός)
Χρήσεις
Είμαι φρέσκος στο νησί και δεν ξέρω ακόμη καλά τα κατατόπια

Είναι φρέσκος στη δουλειά
Βλέπω φρέσκες φάτσες στο γραφείο!
Κι εγώ απόφοιτος της Φιλοσοφικής είμαι, αλλά όχι φρέσκος, τελείωσα πριν πέντε χρόνια

[ΕΤΥΜ^ < ιταλ. fresco + -ς (προσαρμ.)].